Ήμουν πρόσφατα στην Αθήνα σε μια εκδήλωση για την ψηφιοποίηση και τη διατήρηση του ψηφιακού πολιτιστικού μας αποθέματος. Ας υποθέσουμε ότι όλα καλά, έστω και αν όμορφες έννοιες και σκοποί σαν αυτό εκφράζονται με ξύλινη γλώσσα από γραφειοκράτες του 3ου γραφείου της 7ης περιφέρειας της 9ης Εφορείας της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου. Ας υποθέσουμε επίσης ότι είναι όλα καλά όταν ακούς ότι θα χρηματοδοτήσουμε το χ’ και το ψ’, για να βάλουμε big data, internet of things, 3d printing στον πολιτισμό και στο ψηφιακό του απόθεμα. Σύμφωνοι και σε αυτό. Δεν θα τα χαλάσουμε εδώ, αν και είναι άλλο πράγμα να χρηματοδοτείς για να αναπτύξεις υπηρεσίες και δομές, και άλλο για να αναπτύξεις βιογραφικά ερευνητών. Αλλά, είπαμε και σε αυτό οκ.

Αυτό που δεν μπορώ να κατανοήσω είναι όταν ακούω ότι θα κάνουμε προγραμματιστικές διεπαφές για να μπαίνουν οι εταιρίες και να λαμβάνουν υλικό, ώστε να φτιάχνουν εφαρμογές για τους τουρίστες. Ας ξεχνάμε ότι θέλουμε ο πολιτισμός να είναι και μοχλός ανάπτυξης της δικής μας οικονομίας. Πόσες λοιπόν είναι οι εταιρείες και τα startups που έχουν δραστηριότητα στον χώρο του πολιτισμού; Πόσες αυτές συνεργάζονται με το ελληνικό Δημόσιο, όχι εργολαβικά; Τι εισαγωγή τεχνολογιών έχει γίνει τα τελευταία πέντε χρόνια στους χώρους πολιτισμού; Ποιό είναι το προϊόν που θέλουμε να πλασάρουμε και σε ποιό τουριστικό κοινό θέλουμε να απευθυνθεί;

Υπάρχουν βασικές παρανοήσεις. Είναι άλλο πράγμα ο πόθος και άλλος ο στόχος. Θέλουμε να αναδείξουμε τον πολιτισμό μας, αλλά δεν ξέρουμε γιατί. Θέλουμε να τον αναδείξουμε ψηφιακά, με API, με apps, με 3d printing, με ό,τι θες και φαντάζεσαι, αλλά με κλειστούς αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία (που είτε είναι υποστελέχωμένα, είτε τα λειτουργούν κάποιοι απόλυτα απαράδεκτοι κομματικοί κατσαπλιάδες). Αλλά δεν πειράζει. Το 3ο γραφείο της 7ης Περιφέρειας της 9ης Εφορείας της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου θα έχει κάνει καλά τη δουλειά του. Το πρωτόκολλο και η σφραγίδα μπήκαν.

Θέλω να καταλήξω κάπου: τον ψηφιακό πολιτισμό τον ανοίγεις. Πήραμε 120 εκατομμύρια τα προηγούμενα περίπου δέκα χρόνια. Είχαμε ευθύνη και υποχρέωση απέναντι σε όλους (και στον εαυτό μας) να τον έχουμε διαθέσιμο και προσβάσιμο. Τον ανοίγεις λοιπόν -και μάλιστα χωρίς περιορισμούς- και τον βάζεις στα σχολεία, στα δικά σου και στων ξένων. Όλες οι εξαγγελίες περί της χ ή της ψ Εθνικής Βιβλιοθήκης, Πινακοθήκης, Αρχείου κλπ. που ανοίγει τις συλλογές χαρτών, πινάκων, βιβλίων και για τα οποία διαβάζουμε με σπουδή και θαυμασμό και κατόπιν εμμονικά ποστάρουμε στα κοινωνικά δίκτυα, αυτόν τον στόχο έχουν. Ναι, θα φτιαχτούν και applications, αλλά αυτοί γνωρίζουν ότι είναι υλικό που θα πάει στα σχολεία, στο πιο γόνιμο δηλαδή έδαφος για την καλλιέργεια ή υιοθέτηση πολιτισμού. Εδώ, δεν πειράζει, υπάρχει η wikipedia ή η χιλιοσκισμένη Larousse του 1986, που θα ανοίξει ο δάσκαλος για να βγάλει μια φωτοτυπία να μοιράσει στα παιδάκια και όλα όμορφα.

Στο επιχείρημα ότι ο χ’ λαός δεν έχει ιστορία, αλλά το μικρό του κομμάτι ιστορίας το παρουσιάζει ως μεγάλο, ενώ εμείς που έχουμε 4000 χρόνια ιστορία, δεν κάνουμε κάτι, υπάρχει απάντηση και μάλιστα πολύ απλή: είναι έξυπνοι, είμαστε ηλίθιοι. Κατανοούν και πράττουν. Δεν κατανοούμε και δεν πράττουμε. Απλά.